ρυαχετος


ρυαχετος
    ῥυάχετος
    ῥυ-άχετος
    (ᾱ) ὅ лак. бурливая толпа
    

(Ἀσαναίων = Ἀθηναίων Arph.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "ρυαχετος" в других словарях:

  • ρυάχετος — ὁ, Α θορυβώδης όχλος, συρφετός («ὁ τῶν Ἀσαναίων ῥυάχετος», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μηδενισμένη βαθμίδα ῥυF τού ῥέω* με εκφραστικό δασύ πρόσφυμα αχ και επίθημα ετός (πρβλ. συρφ ετός)] …   Dictionary of Greek

  • ῥυάχετον — ῥυάχετος unstable crowd masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρέω — ῥέω, ΝΜΑ, και επικ. τ. ῥείω Α 1. χύνομαι, τρέχω, κυλώ (α. «τα δάκρυά της έρρεαν ποτάμι» β. «ἔρρεεν αἷμα», Ομ. Ιλ.) 2. αναβλύζω, ξεχύνομαι (α. «το νερό τής βρύσης έρρεε άφθονο» β. «[πηγὴ] ὕδατι ῥέει», Ομ. Ιλ.) 3. φρ. «τα πάντα ρει» τα πάντα κυλούν …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.